Αγρίνιο: Δίκη μητροκτόνου - ‘‘Ήθελα να εκδικηθώ που κάλεσε την Αστυνομία’’
- Ένοχος κρίθηκε το πρωί της Δευτέρας 6 Φεβρουαρίου 2023 από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Λευκάδας ο 36χρονος που τα ξημερώματα της Τρίτης, 30 Νοεμβρίου 2021 σκότωσε με μεγάλη βιαιότητα την 54χρονη μητέρα του στο Αγρίνιο.
Ο 36χρονος, ο οποίος επικαλέστηκε ψυχωσική διαταραχή,
αντιμετώπιζε την κατηγορία της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά
συρροή, τετελεσμένης και σε απόπειρα, και βία κατά υπαλλήλων (αντιστάθηκε σε
αστυνομικούς).
Υπενθυμίζουμε ότι καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη
δολοφονία της 54χρονης, η κατηγορία για την απόπειρα δολοφονίας της γιαγιάς του
μετετράπη σε απλή σωματική βλάβη και καταδικάστηκε σε έναν χρόνο φυλάκιση και
για την βία κατά υπαλλήλων καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες. Αφαιρέθηκε ο χρόνος
κράτησης, ενώ δεν προβλέπεται αναστολή. Σύμφωνα με τη συνήγορο του, ο
κατηγορούμενος έχει υποβάλλει έφεση.
Οι μάρτυρες
Στη δίκη κατέθεσαν ως μάρτυρες πέντε αστυνομικοί, ενώ η
υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατέθεσε μεταξύ άλλων αναγνωστέα έγγραφα σχετικά
με την ψυχική διαταραχή του κατηγορούμενου.
Ο πρώτος μάρτυρας που εξετάστηκε ήταν ο αστυνομικός της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. που
έσπευσε στο σημείο το ξημέρωμα της 30ης/11/2021. Όπως περιγράφει μεταξύ άλλων ο
ίδιος «Μεταβήκαμε στο σημείο πρωινές ώρες. Οι συνάδελφοι βρίσκονταν ήδη στο
σημείο. Ξέραμε ότι θα βρίσκαμε άτομο ψυχικά ασθενές. Πήγα στο πίσω μέρος
της οικίας. Περιμέναμε εντολή να μπούμε. Προσπαθούσαμε να δούμε τι γίνεται
μέσα».
Περιγράφοντας την εικόνα που είχε από το τι συνέβαινε στο
εσωτερικό του σπιτιού και απαντώντας σε ερωτήσεις της Έδρας: «Πηγαινοερχόταν
μέσα στο σπίτι. Είχε βάλει μουσική και είχε μια πετσέτα που σκούπιζε τους
διαδρόμους. Προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε ρωτώντας πού είναι η γιαγιά
του. Δεν μας απαντούσε. Όταν ήρθε και ο Αξιωματικός Υπηρεσίας δεν απαντούσε
ούτε σε αυτόν».
Αναφερόμενος στο σκηνικό που ο κατηγορούμενος προσπάθησε
να διαφύγει, ο μάρτυρας αναφέρει: «Η πόρτα δεν άνοιγε. Τα παράθυρα δεν άνοιγαν
ούτε αυτά. Κατάλαβε ότι θα μπούμε. Ήθελε να διαφύγει, έκανε ένα σάλτο από
το μπαλκόνι και πήδηξε στον δρόμο».
Ο μάρτυρας αναφέρει ότι μόλις μπήκε στο σπίτι μαζί με
συναδέλφους του, πριν βρουν νεκρή την άτυχη 54χρονη, είχε έναν σύντομο διάλογο
με τη γιαγιά του κατηγορούμενου. «Μπήκαμε, βρήκαμε μια ηλικιωμένη γυναίκα στο
κρεβάτι. Μάλλον είχε άνοια, γιατί ήταν «αλλού». Είχε κάποια αίματα, απ' ό,τι
θυμάμαι. Τη ρώτησα αν είναι εντάξει και μου είπε πως είναι καλά», είπε.
Απαντώντας σε ερώτηση δικηγόρου, συνεχίζει λέγοντας: «Δεν ξέρω αν το αίμα ήταν
δικό της. Όταν είπε ότι είναι καλά, προχώρησα στο σπίτι».
Όσον αφορά τη στιγμή που βρήκαν τη νεκρή
γυναίκα, ο μάρτυρας περιγράφει ως εξής: «Αριστερά
βλέπω τούφες μαλλιών σε διάφορα σημεία. Είδα αίματα σαν να έχουν σύρει
κάποιον. Είδα τη θανούσα στο έδαφος, μελανιασμένη, με τα πόδια σηκωμένα
όρθια, χωρίς μαλλιά. Κατάλαβα ότι σίγουρα δεν ήταν ζωντανή».
Απαντώντας σε ερώτηση του δικαστηρίου σχετικά με το πώς
ήταν ο κατηγορούμενος όταν τον έπιασαν οι αστυνομικοί: «Ήταν εντελώς ψυχρός,
δεν μιλήσαμε μαζί του».
Η δικηγόρος υποστήριξης της κατηγορίας ρωτά τον μάρτυρα
σχετικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εισέβαλλαν στην οικία. Ζητά
εξήγηση για ποιο λόγο έκαναν σχεδόν δύο ώρες. «Μπήκαμε αργότερα μέσα γιατί
ψάχναμε τον εισαγγελέα. Εμείς δεν ακούγαμε κάποιον να καλεί σε βοήθεια.
Από τις επτά και τέταρτο μέχρι την ώρα που ήρθε η δικαστική λειτουργός δεν
ακούσαμε κάτι», απαντά μεταξύ άλλων.
Ο δεύτερος μάρτυρας που κατέθεσε ήταν ο τηλεφωνητής του τηλεφωνικού κέντρου
της αστυνομίας που έλαβε την κλήση.
«Δέχτηκα τηλεφώνημα. Πρέπει να ήταν η γιαγιά και πρέπει
να είχε άνοια. Είπε ότι τη χτυπάει ο γιος της. Έδωσε διεύθυνση. Έστειλα
περιπολικό και είπε ότι θα μας ανοίξει αυτή. Δεν άνοιγε κανείς. Της
ξανατηλεφωνώ και μου είπε "πατήστε κόρνα". Πάλι δεν άνοιξε
κανείς. Μετά δεν απάντησε ξανά στο τηλέφωνο», περιγράφει ο μάρτυρας.
Η Πρόεδρος του δικαστηρίου, ακούγοντας το όνομα της
γυναίκας διαπιστώνει ότι επρόκειτο για τη μητέρα του κατηγορουμένου και όχι για
τη γιαγιά. Φαίνεται ότι ο τηλεφωνητής μίλησε με τη θανούσα λίγο πριν
δολοφονηθεί.
«Ήταν σιδερένια η πόρτα. Οι συνάδελφοι μού είπαν πως δεν άκουγαν
τίποτα. Έξι και 13΄ πήρε τηλέφωνο η γυναίκα, έξι και 19΄ έφτασε το
περιπολικό στο σημείο. Η συγκεκριμένη διεύθυνση δεν μας είχε απασχολήσει ξανά
στο παρελθόν», διευκρινίζει απαντώντας σε ερωτήσεις της Προέδρου.
Η δικηγόρος του κατηγορουμένου ρωτά τον μάρτυρα πώς
ακούστηκε η γυναίκα στο τηλέφωνο. «Ήταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Μου
κίνησε την περιέργεια. Άλλοι είναι πολύ ταραγμένοι ακόμα και στα πιο απλά»,
είπε.
Ο τρίτος μάρτυρας που κατέθεσε στη δίκη ήταν ο Αξιωματικός Υπηρεσίας που
έσπευσε στο σημείο εκείνη την ημέρα. «Πήγα το πρωί μετά τις εννιά στα Επείγοντα
του Γενικού Νοσοκομείου Αγρινίου για να πάρω κατάθεση από τη γιαγιά. Έδειχνε να
είναι εκτός πραγματικότητας. Μιλούσε ακατάπαυστα. Είχε μερικά τραύματα», είπε
σχετικά με τη γιαγιά του κατηγορουμένου.
Ο τέταρτος μάρτυρας ήταν ο αστυνομικός που έφτασε με το περιπολικό και
η δική του μαρτυρία είναι η εξής: «Φτάσαμε στο σημείο σε ελάχιστο χρόνο. Ήταν
κλειστά τα παντζούρια και οι πόρτες. Το περιπολικό έβαλε τη σειρήνα.
Ακούστηκε φωνή, μεγάλης ηλικίας, σαν να λέει "βοήθεια". Δεν
υπήρχε θόρυβος. Προσπαθήσαμε να δούμε τι γινόταν μέσα στο σπίτι. Κάναμε
προσπάθειες να συνεννοηθούμε με όποιον ήταν μέσα, αλλά δεν είχαμε συνεννόηση.
Ενημερώσαμε το κέντρο, ήρθαν συνάδελφοι και κλείσαμε την περίμετρο».
Απαντώντας σε ερώτηση της έδρας σχετικά με το πώς ήταν ο
δράστης όταν συνελήφθη: «Ήταν λαχανιασμένος, μετά δεν μιλούσε. Σε όλη τη
διαδρομή δεν μίλησε και δεν απαντούσε σε τίποτα. Είχε καταλάβει τι έχει γίνει,
δεν ήθελε να μιλήσει».
Ρωτώντας τον μάρτυρα για τη στιγμή που ο κατηγορούμενος
ήταν ακόμη στο σπίτι: «Όταν μας απάντησε, μας έδωσε ένα ψεύτικο όνομα. Αργότερα
τον φωνάξαμε με το πραγματικό και δεν απαντούσε πάλι».
Ο μάρτυρας περιγράφει πώς είχαν εικόνα εντός του σπιτιού
και εξηγεί γιατί δεν είχαν εισβάλλει εφόσον ακούστηκε η λέξη
"βοήθεια". «Ακούσαμε "βοήθεια", ρωτούσαμε "τι
γίνεται" και μας απαντούσαν "ναι". Αυτό γινόταν για αρκετή ώρα.
Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι γίνεται».
-«Αφού ακούσατε βοήθεια γιατί μπήκατε μετά από δύο
ώρες;», τον ρωτούν.
-«Είχαμε εικόνα εντός του σπιτιού από χαραμάδα στο
παράθυρο. Εκείνη τη στιγμή δεν βλέπαμε να εξελίσσεται κάποιο βίαιο περιστατικό.
Περίπου στις οκτώ και κάτι το πρωί πήραμε εντολή από τη Δικαστική Λειτουργό»,
εξήγησε.
Ο πέμπτος μάρτυρας δίνει αρκετές λεπτομέρειες και φωτίζει ίσως λίγο παραπάνω
τις εκδοχές των προηγούμενων μαρτύρων.
«Περίπου έξι και δέκα με έξι και τέταρτο λάβαμε σήμα για
επεισόδιο μητέρας-γιου. Ήμασταν οι πρώτοι που φτάσαμε εκεί. Ήταν ησυχία, τα
φώτα ήταν αναμμένα. Ρωτήσαμε το κέντρο, μας είπε ότι θα καλέσει εκ νέου τη
γυναίκα που τηλεφώνησε. Ακούμε αντρική φωνή που ρωτάει ποιος είναι. Του λέμε
"αστυνομία". Μας απαντά "ανοίγω, ανοίγω, ανοίγω, ανοίγω"
και δεν άνοιγε ποτέ. Ακούμε από το βάθος "βοήθεια". Χτυπάμε πιο
έντονα. Ακούσαμε "ελάτε". Η φωνή ήταν ήρεμη. Αριστερά από την
πόρτα, υπήρχε ένα παράθυρο που έλειπε ένα κομμάτι από το παντζούρι. Είχαμε
οπτική επαφή από εκεί. Είχε ανοιχτή τη μέσα πόρτα. Φώναζε "ανοίγω, να
σφουγγαρίσω λίγο, ρε παιδιά. Είναι ακατάστατο". Καταλάβαμε ότι είχαμε να
κάνουμε με ιδιαίτερο άνθρωπο», περιγράφει.
Το δικαστήριο ρωτά τον μάρτυρα γιατί δεν έσπασαν την
πόρτα εφόσον εκείνος δεν άνοιγε. Ο μάρτυρας απαντά: «Αφού είχαμε οπτική, δεν σπάσαμε την
πόρτα γιατί αν το κάναμε θα έφευγε. Όπως και έκανε όταν μπήκαμε μέσα.
Τον βλέπαμε να πηγαινοέρχεται μόνο, να σφουγγαρίζει και να δοκιμάζει ρούχα».
Η στιγμή που
εισέβαλλε η αστυνομία
«Μόλις κατάλαβε ότι μπαίνουμε, ακούσαμε να σπάει κάτι σαν
ξύλο, πήδηξε και επιχείρησε να φύγει. Μπήκα στην οικία από το μπαλκόνι. Είδα τη
γιαγιά ξαπλωμένη, είχε αίμα στη μύτη σαν να άνοιξε. Μου
έκανε εντύπωση που είδε έναν αστυνομικό να μπαίνει από το μπαλκόνι και να λέει
"άνοιξε την τηλεόραση να δούμε Παπαδάκη"», είπε ο
μάρτυρας.
«Ο κατηγορούμενος φοβόταν ότι θα φάει
ξύλο και έβαλε στην πλάτη μαξιλάρια και χαρτόνια. Δεν έχει
συνειδητοποιήσει τι έκανε. Θεωρώ ότι είναι ικανός για όλα»,
προσθέτει ο μάρτυρας σχετικά με τον κατηγορούμενο.
Η Εισαγγελέας ρωτά τον μάρτυρα κατά πόσο θεωρεί ότι είναι
ανοιχτό το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να παριστάνει τον ψυχικά ασθενή.
«Υπάρχει πάντα τέτοια περίπτωση. Μπορεί να το παίζει τρελός», είπε.
Το βασικότερο κομμάτι της μαρτυρίας όμως είναι το γεγονός
ότι οι
αστυνομικοί δεν γνώριζαν ότι εντός του σπιτιού υπήρχαν τρία άτομα. Αυτό
αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να σκότωσε την 54χρονη μητέρα του
ενώ οι αστυνομικοί ήταν έξω από την πόρτα.
«Εμείς δεν ξέραμε ότι είναι τρεις μέσα. Όταν τον
συλλάβαμε είχε φορέσει μαξιλάρια και χαρτόνια. Μου λέει "ήξερα ότι θα με
πιάσετε και ότι θα φάω ξύλο". Όταν ήμασταν έξω, μας είπε άλλο όνομα»,
εξήγησε ο μάρτυρας.
Η Πρόεδρος υποβάλλει στον μάρτυρα το μεγάλο ερώτημα που
προέκυψε, αν μπορεί να σκότωσε τη γυναίκα όσο οι αστυνομικοί βρίσκονταν έξω. «Εκτιμώ
πως ό,τι έγινε, έγινε πριν πάμε. Το τηλεφωνικό κέντρο μπορεί να μίλησε με τη
γιαγιά, άκουσα ότι είχε τηλέφωνο στο μαξιλάρι της. Εμείς ακούγαμε γυναικεία
φωνή και πιστεύαμε ότι η γυναίκα είναι εν ζωή. Δεν ξέραμε ότι υπήρχαν τρεις στο
σπίτι. Από την οπτική επαφή που είχαμε, τον βλέπαμε να κάνει δουλειές του
σπιτιού και όχι κάτι που να μας κάνει να εισβάλλουμε», είπε.
Η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου ζήτησε
παραπάνω διευκρινήσεις για μια φράση που ανέφερε ο μάρτυρας.
-«Όταν λέτε πως είναι ικανός για όλα, εννοείτε ικανός για
όλα έχοντας πλήρη αντίληψη; Θα μπορούσε να είναι ένας Πάσαρης ή άλλης
κατηγορίας;», ρωτά.
-«Σίγουρα άλλης κατηγορίας. Ένας τέτοιος δεν κάθεται να
σφουγγαρίσει και να κάνει όλα αυτά», εκτιμά ο μάρτυρας.
Η
ιατροδικαστική έκθεση
Όπως αναφέρθηκε, η ιατροδικαστική έκθεση χαρακτηρίζει την
ανθρωποκτονία ως ιδιαίτερης βιαιότητας (ξερίζωμα μαλλιών, χτυπώντας το κεφάλι),
ενδεχομένως κατά τη διάρκεια έντονης ψυχικής διέγερσης ή θυμού. Η πλευρά του
κατηγορουμένου καταθέτει στα αναγνωστέα δύο ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες.
Οι
ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες
Οι ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες αναφέρουν Παρανοειδή
Σχιζοφρένεια, επηρεασμένη ικανότητα αντίληψης, αλλοιωμένο επίπεδο συνείδησης,
κρίνεται επικίνδυνος για τρίτους. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, παίρνει το
Leponex. Υπάρχουν έγγραφα από το 2013 ότι πάσχει από ψυχική νόσο.
Η απολογία
του κατηγορουμένου
Παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος περιέγραφε πράγματα
που δεν υπάρχουν (βρικόλακες, σκύλος με τρία κεφάλια), η Εισαγγελέας εξέφρασε
προβληματισμό για τον βαθμό στον οποίο είχε μειωμένη αντίληψη.
«Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια γρήγορη αναδρομή της ζωής
μου. Όταν ήμουν μικρός, χώρισαν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου έμπλεξε σε
παράνομες δραστηριότητες. Η μάνα μου έπαιρνε χάπια. Στην εφηβεία μου ήρθαν στη
ζωή μου και τα ναρκωτικά, έκανα χρήση χασίς κάθε μέρα. Υπήρχαν έντονοι καυγάδες
με τη μητέρα μου. Ανέβηκα στα Γιάννενα. Γνώρισα μια κοπέλα και μια μέρα τη
χτύπησα. Έκανα τέσσερα χρόνια φυλακή. Μετά, στην Πάτρα είχα πάνω από δέκα
νοσηλείες σε ψυχιατρική κλινική.
Πήγα εξωτερικό. Στη Γαλλία με έπιασαν και με δέσανε στο
κρεβάτι. Μέσα στο κεφάλι μου έβαλαν κάτι. Το ακούω να δονίζει. Στο
ψυχιατρείο στην Ιταλία μου έβαλαν τσιπάκι, το ακούω να βουίζει. Την είχα
χτυπήσει τη μητέρα μου, είχαμε τσακωθεί. Θύμωσα. Κάθε φορά που πήγαινα σπίτι,
η μητέρα καλούσε την αστυνομία. Μια φορά ένας, φορούσε πολιτικά, μου
κάρφωσε μια ένεση στην πλάτη. [Μετά από δύο μέρες άρχισα να ακούω φωνές ότι στα
διπλανά σπίτια είχαν μαζευτεί να μου κάνουν κακό. Πήρα το λεωφορείο και έφυγα.
Ένας πήγε να με απαγάγει. Είχε ένα βανάκι και μου έλεγε "έλα, έλα"»,
είπε.
Η ώρα του
φόνου
Σχετικά με την στιγμή λίγο πριν τον φόνο, περιγράφει:
«Νόμιζα ότι κάποιοι μπήκαν σπίτι και ήθελαν να με βλάψουν, αλλά δεν τους
έβλεπα. Τους έβγαζα τα μάτια και τα έτρωγα. Μετά νόμιζα ότι σκοτώναμε
βρικόλακες μαζί με τον πατέρα μου και το σκυλί του με τα τρία κεφάλια», είπε.
Επισημαίνεται ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου είναι αρκετά χρόνια νεκρός.
Το σημείο που προκάλεσε το ενδιαφέρον του δικαστηρίου
είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε "πίστευα ότι αυτά
συνέβαιναν". Έδωσε την εντύπωση ότι έχει αντίληψη πως δεν συνέβησαν, με
την Πρόεδρο να τον ρωτά πώς ξέρει ότι αυτά δεν συνέβησαν.
Περιγράφοντας τη σκηνή του φόνου: «Πήγα στον διάδρομο,
είδα έξω τρεις αστυνομικούς. Την έριξα στο πάτωμα, άρχισα να την
ξεμαλλιάζω. Ήθελα να την εκδικηθώ γιατί κάλεσε την Αστυνομία. Την έσυρα στο
δωμάτιο. Την ξεμάλλιαζα ζωντανή. Όταν την χτύπησα στην πλάτη, της κόπηκε η
ανάσα. Σκούπισα με ένα σεντόνι τα αίματα και πήγα να ντυθώ. Πέταξα τις τρίχες
πίσω από το κρεβάτι. Η μητέρα δεν έβγαλε κίχ όταν την
σκότωνα. Προσπαθούσε να με απωθήσει με τα χέρια. Είχε τις αισθήσεις της
και δεν φώναζε. Ίσως δεν φώναξε γιατί ένιωθε τύψεις που μου κάλεσε την
Αστυνομία».
-«Ξέρετε πώς ένιωθε;», τον ρωτούν.
-«Ξέρω πώς ένιωθε. Αυτά έγιναν. Λυπάμαι. Εγώ θύμωσα,
θόλωσα, νόμιζα ότι έπρεπε να την ξεμαλλιάσω».
-«Τα θυμάστε όλα από ό,τι βλέπω».
-«Τα έψαξα μέσα μου για να ξέρω τι θα σας πω».
-«Πιστεύετε ότι είστε καλά;».
-«Για να πω την αλήθεια, είχα κόψει τα χάπια. Ήθελα να
αποτοξινωθώ. Πίστευα ότι μπορούσα να τα καταφέρω και χωρίς αυτά. Έψαχνα
τα κλειδιά για να παραδοθώ. Στο μπαλκόνι ήταν οκτώ αστυνομικοί, φοβήθηκα. Τη
γιαγιά δεν την πείραξα καθόλου. Όταν οι αστυνομικοί χτυπούσαν την πόρτα,
τους έλεγα "έρχομαι". Τους είπα ψέματα ότι έχω σκύλο για να μην
έρθουν. Ζητώ την επιείκεια σας».
-«Ποια θεωρείτε ότι είναι δίκαιη τιμωρία για εσάς;»
-«Αυτά τα τσιπάκια να τα κλείσουμε κάπως», καταλήγει.
Η
Εισαγγελέας
«Μας λέει ότι έπρεπε να εκδικηθεί. Πώς όμως εκδικήθηκε;
Την χτύπησε στο κεφάλι, της έβγαλε τα μαλλιά, την έσυρε και τη σκότωσε. Αυτά
επειδή κάλεσε την Αστυνομία. Φόνος με ασήμαντη αφορμή. Σύμφωνα με την
ιατροδικαστική, ήταν και ειδεχθής τρόπος. Δεν διαγνώστηκε βρασμός ψυχικής
ορμής. Γνώριζε ότι οι αστυνομικοί ήταν έξω, ότι τους κάλεσε η μάνα. Έχει
πρόθεση να παραδοθεί, αλλά προσπαθεί να το κάνει πριν τον πιάσουν. Είναι καλά;
Όχι. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι δεν είναι καλά. Έχει διαταραχή επίγνωσης
των προθέσεων, όμως όταν το έκανε είχε συνείδηση του τι κάνει;
Γιατί έκανε το σφουγγάρισμα; Εγώ δεν γνωρίζω άλλο από τη
συγκάλυψη. Είχε πρόθεση να φύγει, δεν άνοιγε την πόρτα και πήδηξε από την
μπαλκονόπορτα. Μάλιστα, έδωσε άλλο όνομα αντί για το πραγματικό του. Βλέπω
άνθρωπο που έχει σχεδιάσει το έργο του, να διαφύγει και διακρίνω ψυχραιμία.
Παρατηρώντας πώς μας περιέγραψε το σκηνικό, καταλαβαίνω πως αν ίσχυαν όλα αυτά,
θα έπρεπε να ήταν σε άλλο σύμπαν. Ξέρει ακριβώς τι έκανε. Δεν αμφισβητώ αυτά
που είπε ότι έβλεπε βρικόλακες. Δεν αμφισβητώ τις ιατρικές εκθέσεις και τα
στοιχεία, αλλά από την ψυχραιμία και τον σχεδιασμό βλέπω πως έχει αντίληψη. Η
ασθένεια του δεν τον εμπόδισε να έχει γνώση του τι έκανε.
Για την πρώτη πράξη προτείνω να κηρυχθεί ένοχος. Όσον
αφορά τη δεύτερη, θεωρώ ότι χτύπησε τη γιαγιά. Μπορεί να μην πρόλαβε να την
σκοτώσει. Προτείνω να κηρυχθεί ένοχος. Αξίζει επιβράβευση στους αστυνομικούς.
Όσον αφορά την τρίτη πράξη, πρέπει να κηρυχθεί και για αυτήν ένοχος»,
υπογράμμισε μεταξύ άλλων η Εισαγγελέας.
Οι δικηγόροι
Η δικηγόρος υποστήριξης της κατηγορίας, εκ μέρους της
αδερφής του κατηγορουμένου, τόνισε «Έχουμε χρονικό προαναγγελθέντος
θανάτου. Προτείνω στο δικαστήριο να προσέξει την απόφαση του. Στα
ψυχιατρικά νοσοκομεία δεν κρατάνε ασθενείς παραπάνω από όσο κρίνουν οι ίδιοι.
Μπορεί να σφάξει και στον δρόμο. Ούτε η Αστυνομία έδρασε όπως έπρεπε, περίμενε
δυο ώρες. Η γνώμη μας είναι ότι πείραξε και τη γιαγιά. Οι ψυχικές δομές έχουν
ένα σύστημα τρύπιο. Αυτό φταίει που ο άνθρωπος αυτός έφτασε σε σημείο να
σκοτώσει τη μητέρα του και παραλίγο τη γιαγιά του».
Η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων
ανέφερε: «Είπε ότι ζητά τη βοήθεια του πατέρα του και του σκυλιού του, που
είναι νεκρός εδώ και 20 χρόνια. Δεν έχει την ικανότητα να καταλάβει ότι αυτά
ίσως να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το ότι θωρακίζεται δεν μου
δίνει την εντύπωση ότι καταλαβαίνει τι γίνεται. Θέλει να ξεφύγει. Είναι
κομμάτι της ασθένειας του, καταδιώκεται».
Άγγελος Χόρτης - aixmi-news.gr

0 Σχόλια